17.12.2011:
Michel Rolland
Τα κρασιά που επιμελείται έχουν
το άγγιγμα του Μίδα. Ο ίδιος έχει το... θράσος να
ισχυρίζεται πως είναι ένα τίποτα! Κι όμως θεωρείται ο
πιο διάσημος οινολόγος στον κόσμο. Άλλοι τον μισούν και
άλλοι τον παραδέχονται. ο ίδιος τους αντιμετωπίζει όλους
με χιούμορ.
Είναι απόλαυση να συζητάς με τον
Michel Rolland. Ο άντρας που έχω απέναντί μου είναι ένας
καλοζωισμένος Γάλλος με «look Anglais» (μπλέιζερ, λευκό
μπλε πουκάμισο και πουλόβερ. Τι κι αν περιπλανιέται τις
μισές ημέρες του χρόνου σε 17 χώρες, για να επισκεφθεί
τα περίπου 100 οινοποιεία με τα οπoία συνεργάζεται;
Εξακολουθεί να παραμένει Γάλλος με τα όλα του:
πληθωρικός, κομψός, έντονος, γεμάτος χιούμορ και
αυτοσαρκασμό αλλά και με απόλυτη επίγνωση της επιτυχίας
του. Σκοτεινιάζει με όσους τον συκοφαντούν, έχει
απαντήσεις για τα πάντα, γελά τρανταχτά όταν το φέρνει η
κουβέντα. Βέβαια, χωρίς αμφιβολία, τον διασημότερο
οινολόγο του κόσμου στοιχειώνει εκείνη η φοβερή σκηνή
από το «Mondovino», όπου με ανοιχτό το παράθυρο του
αυτοκινήτου «γαβγίζει» στο κινητό κάνοντας μόνο μία
παύση για να φωνάξει «μικρο-οξυγόνωση», ενώ πάντα τον
συνοδεύουν χαρακτηρισμοί όπως «Σπίλμπεργκ του κρασιού»,
αποδίδοντας έτσι στα κρασιά του -μιαν «εύκολη»
αμερικανική γεύση και μια τάση προς παγκοσμιοποίηση κι
εξομοίωση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Από την άλλη,
πάντως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι τα κρασιά την
οινοποίηση των οποίων αναλαμβάνει ο Rolland βρίσκονται
στην κορυφή των διαφόρων κατατάξεων.
Συναντηθήκαμε για δεύτερη φορά,
έπειτα από τρία χρόνια, την Κυριακή 9/10, στο οινοποιείο
του Κώστα Λαζαρίδη στο Καπανδρίτι, με την ευκαιρία των
εγκαινίων του Μουσείου Οίνου, όπου και παρευρέθηκε χάρη
στην επταετή συνεργασία του με το Κτήμα Κώστα Λαζαρίδη.
Εδώ όλοι μιλούν για την προ- και τη μετα-Rolland εποχή
στα κρασιά, ενώ είναι σαφές ότι από την αρχή της
συνεργασίας του με το κτήμα, το 2004, έχουν αναβαθμιστεί
όλες οι ετικέτες – ειδικά οι κόκκινες.
Καθόμαστε στους δερμάτινους καναπέδες.
«Τι τύπος είστε;» τον ρωτώ μειδιώντας. «Γιατί δεν ρωτάτε
τους άλλους; Είμαι ένας τέλειος άνθρωπος», λέει γελώντας
κελαρυστά. «Δουλεύω και ταξιδεύω σαν τρελός τουλάχιστον
τις μισές ημέρες του χρόνου, με μεγάλο ενθουσιασμό και
πολλή ενέργεια. Ακόμη και τώρα –που δεν είμαι πια νέος–
εξακολουθώ να είμαι πολύ δραστήριος». «Όλοι ξέρουμε ότι
μόλις αναλάβετε το consulting ενός κρασιού το κασέ του
ανεβαίνει κατακόρυφα. Είστε κάτι σαν τα τζίνι στο
μπουκάλι...»
Ξεκαρδίζεται. «Μπορείτε να το
επαναλάβετε, παρακαλώ; Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας
να λέτε κάτι τέτοιο και είναι και αστείο. Ξέρετε γιατί;
Είμαι πολύ απλός άνθρωπος…» Τον διακόπτω γελώντας: «Και
ως απλός άνθρωπος κυκλοφορείτε παντού με μια Mercedes με
οδηγό;» «Το ότι είμαι απλός δεν σημαίνει ότι δεν μου
αρέσουν οι ανέσεις. Άλλωστε, κάνω επικίνδυνη δουλειά!
Δεν πίνω πολύ γενικά. Αλλά όταν έχω γεύμα με κάποιον
συνεργάτη και στο τέλος έχω και μιαν απόσταση 100 χλμ.
για να γυρίσω στο σπίτι τι γίνεται;» Σχολιάζω το γεγονός
ότι βρίσκεται σε ένα συνεχές τρέξιμο με σκοπό τη
δημιουργία εξαιρετικών κρασιών και τον ρωτώ αν υπάρχει
τελειότητα στο κρασί. «Ποτέ. Γι’ αυτό είναι ενδιαφέρον.
Δεν υπάρχει αντικειμενικότητα. Παίρνουμε το ίδιο
μπουκάλι και το δοκιμάζουμε. Σε σας δημιουργεί
διαφορετικά συναισθήματα απ’ ό,τι σε εμένα – πιθανόν
τελείως διαφορετικά. Ποιος έχει το δίκιο με το μέρος του;
Εσείς ή εγώ; Επειδή είμαι gentleman, θα πω εσείς». «Κι
εγώ επειδή είστε ο Michel Rolland, θα πω εσείς»,
ανταπαντώ και ξαναγελάμε. Και συνεχίζει: «Η αλήθεια πού
είναι; Μπορούμε να μαλώσουμε. Αλλά μπορούμε και να
συζητήσουμε. Το καλό κρασί είναι εκείνο που σας αρέσει.
Γιατί είναι απόλαυση. Δεν είναι για σκέψη, ούτε για
σημειώσεις. Είναι να πίνεις και να το απολαμβάνεις. Αν
το απολαμβάνετε, είναι το καλύτερο κρασί, ακόμα κι αν
εγώ το θεωρώ φρικαλέο. Λυπάμαι για εσάς, αλλά δεν έχω
πρόβλημα!»
Αναρωτιέμαι ποιο ήταν το όνειρό του
όταν ήταν νεότερος. «Στην πραγματικότητα ποτέ δεν
φαντάστηκα ότι μια μέρα θα γινόμουν κάτι – αν μπορώ τώρα
να πω ότι είμαι κάτι. Έχω μια υπέροχη ζωή. Και αυτό
είναι το σημαντικότερο για εμένα. Στην αρχή έκανα απλώς
τη δουλειά μου. Μετά άρχισα να ταξιδεύω γι’ αυτήν.
Λατρεύω τα ταξίδια. Τώρα δεν έχω ανάγκη να τα κάνω με
δικαιολογία τη δουλειά, αλλά όταν στα 35 μου ένας
οινοπαραγωγός από την Καλιφόρνια μου ζήτησε να πάω μαζί
του ένιωσα σαν σε όνειρο». Και γιατί αποφάσισε να γίνει
οινολόγος; «Η οικογένειά μου είχε έναν αμπελώνα.
Μεγάλωσα μέσα στα αμπέλια. Ήταν φυσικό να σπουδάσω
οινολογία στο Πανεπιστήμιο του Μπορντό». Μια και
ταξιδεύει τόσο πολύ, μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω ποια
είναι η αγαπημένη του χώρα. «Επαγγελματικά οι Ηνωμένες
Πολιτείες. Η καλύτερη χώρα στον κόσμο. Είναι ισχυροί,
επικεντρώνονται στην ποιότητα, κάνουν τα πάντα για να
βελτιώσουν το κρασί. Αλλά για καλοπέραση αγαπώ την
Αργεντινή». «Και ποιο στιλ κρασιού σας αρέσει;» «Γεννήθηκα
και μεγάλωσα στο Πομερόλ. Είμαι Μπορντολέζος μέχρι το
κόκαλο. Λατρεύω το Μπορντό. Είμαι ερωτευμένος με το
Πομερόλ. Αυτή είναι και η γεύση των κρασιών που λατρεύω.
Έτσι, αν θελήσω να πιω ένα κρασί για το κέφι μου, αυτό
θα είναι Pomerol».
«Αρνούμαι να πουλήσω τα κρασιά μου
στην Αγγλία»
«Μια και μιλήσατε για Μπορντό, το
τελευταίο έτος, λόγω της ζήτησης από την Κίνα, είδαμε
τις τιμές πολλών από τα διάσημα chateaux να
διπλασιάζονται. Τι επίδραση μπορεί να έχει αυτό στο χώρο
του κρασιού;» «Μόνο κακή! Αυτό που συνέβη είναι ότι η
Κίνα ανακάλυψε τα μεγάλα κρασιά, οπότε οι Κινέζοι είναι
διατεθειμένοι να πληρώσουν οποιαδήποτε τιμή για να
αποκτήσουν ένα από αυτά. Γι’ αυτό ανέβηκαν οι τιμές. Η
επίδραση γενικά στο χώρο είναι μικρή, διότι επωφελούνται
μόνο συγκεκριμένες εταιρείες, ενώ στο brand είναι
καταστροφική, διότι η Κίνα είναι μια χώρα με πολλές
αντιγραφές. Έτσι, λέγεται τώρα ότι εκεί υπάρχουν τόσα
μαϊμού Lafite όσα και τα κανονικά. Γενικά, πάντως,
πιστεύω ότι όλο αυτό δεν θα κρατήσει ακόμη πολύ».
Του επισημαίνω ότι σε πρόσφατο τεύχος
του «Decanter» στο top 50 των πιο ισχυρών ανθρώπων στο
χώρο του κρασιού για το 2011 υπήρχαν πολλοί Ασιάτες, και
δη Κινέζοι. «Ξέρετε, η Αγγλία ήταν πάντα η χειρότερη
αγορά κρασιού. Η χειρότερη! Κι αυτό διότι καταναλώνουν
κατά βάση κακά κρασιά, ενώ αγοράζουν τα καλά και τα
μεταπωλούν. Γιατί, λοιπόν, πρόταξαν τους Κινέζους;
Επειδή έχουν τεράστιες εμπορικές συναλλαγές μαζί τους.
Τι νομίζατε; Ότι ξέρει το “Decanter” τους Κινέζους;
Τίποτα δεν ξέρει. Απλούστατα οι παλιοί, μεγάλοι αγγλικοί
οίκοι του κρασιού έχουν τεράστια οικονομικά συμφέροντα
στην Κίνα. Ξαφνικά άνθρωποι που δεν τους έχει ακούσει
και δει κανείς στο χώρο του κρασιού –και ούτε πρόκειται–
βρίσκονται στο top 50. Γι’ αυτό κι εγώ αρνούμαι να
πουλήσω έστω κι ένα μπουκάλι από τα κρασιά μου στην
Αγγλία. Είναι οι χειρότεροι αγοραστές και οι χειρότεροι
έμποροι. Αγοράζουν φτηνά, πωλούν ακριβά και οι ίδιοι
πίνουν κακά κρασιά».
|
Σχολιάζω το γεγονός ότι ο Robert
Parker βρέθηκε στο Νο 4. «Δεν ήταν ποτέ Νο 1», απαντά. «Ναι,
αλλά ήταν Νο 2», παρατηρώ. Και συνεχίζει: «Ασκεί επιρροή
στον κόσμο μέσω του “Wine Advocate”, το πιο καταξιωμένο
περιοδικό κρασιού παγκοσμίως – αν και ο ίδιος δεν
δοκιμάζει πλέον σχεδόν τίποτα εκτός από Ροδανό, Μπορντό
και παλιά Καλιφόρνια. Το κάνουν οι συνεργάτες του γι’
αυτόν. Αν το δούμε με νούμερα, το “Wine Advocate”
δοκιμάζει το 10% της παγκόσμιας παραγωγής. Μένει το
υπόλοιπο 90%. Πώς, λοιπόν, να είναι πάνω από το Νο 4;
Πάρτε παράδειγμα εμένα. Βρίσκομαι στο Νο 6 ή 7 της
κατάταξης. Αυτό δεν λέει τίποτα. Είναι παντελώς ηλίθια
αυτή η κατάταξη. Κι εγώ τι κάνω; Λιγότερο από το 1% της
παγκόσμιας παραγωγής. Τι αντιπροσωπεύει, λοιπόν, ο
Michel Rolland στον κόσμο του κρασιού. Τίποτα!»
«Είστε μετριόφρων», σχολιάζω. «Όχι,
μιλάω σοβαρά. Ξέρετε ότι έχω φίλους κι εχθρούς. Όταν οι
εχθροί μου λένε: “Δεν μου αρέσει το στιλ των κρασιών που
φτιάχνεις”, εγώ τους λέω: “Kαι τι σημασία έχει; Σας
μένει το 99,5% της παγκόσμιας παραγωγής, το οποίο
μπορείτε να πιείτε αποφεύγοντας τον Michel Rolland”».
Γελάει ξανά. Μιλώντας για εχθρούς, η συζήτηση πήγαινε
εκεί που ήθελα, οπότε τον ρωτώ αν το «Mondovino» τον
έβλαψε. «Επαγγελματικά όχι, προσωπικά ίσως. Όταν ακούς
πράγματα που δεν ισχύουν, στενοχωριέσαι». «Δηλαδή
αρνείστε ότι το στιλ “Rolland” είναι εύκολο και τείνει
προς μια παγκοσμιοποιημένη γεύση;» ενώ διακρίνω ότι το
σώμα του παίρνει πιο αμυντική στάση. «Δεν ξέρω τι είμαι
στιλιστικά γιατί τελικά ό,τι φτιάχνεις έχει να κάνει και
με την πρώτη ύλη που διαθέτεις. Να σας πω κάτι; Όταν
φτιάχνεις κρασί, γιατί το φτιάχνεις; Για να το πουλήσεις.
Γι’ αυτό το κρασί πρέπει να αρέσει. Έχω υπάρξει
σύμβουλος σε 200 οινοποιεία κι έχω φτιάξει κρασιά σε
είκοσι χώρες. Αν δεν το έκανα καλά, μάλλον το επάγγελμα
θα με είχε πετάξει έξω. Τι λέτε;» «Εγώ; Τα νούμερα λένε
πως οι πωλήσεις των κρασιών που οινοποιείτε εκτοξεύονται
στα ύψη!» «Μα φυσικά! Αφού είναι καλά...» Ξαναγελά
τρανταχτά και προσθέτει: «Δεν πιστεύω στην
παγκοσμιοποίηση. Μήπως ως παγκοσμιοποίηση εννοούν τις
προσπάθειές μου να φτιάχνω καλό κρασί παντού; Από μόνες
τους οι κλιματικές διαφορές δεν επιτρέπουν στον οινολόγο
την ομοιομορφία ή την παγκοσμιοποίηση του στιλ.
Θυμηθείτε όμως πώς ήταν το κρασί πριν από 20 χρόνια και
δείτε το σημερινό: αυτόν που μπορεί να ισχυριστεί ότι
προτιμά το κρασί όπως έβγαινε πριν από 20 χρόνια τον
λυπάμαι. Δεν έχω να πω τίποτε άλλο. Ο καθένας κάνει τις
επιλογές του. Αλλά εγώ προτιμώ το κρασί του σήμερα».
«Θα συνεχίσω να σας πικάρω», του λέω.
«Παρακαλώ…» απαντά – είναι σαφές ότι αυτό αποτελεί μέρος
της ζωής του πλέον. «Αν λάβουμε υπόψη το “Mondovino”, οι
συμπατριώτες σας θεωρούν ότι οινοποιείτε με στιλ
αμερικανικό. Σας ονομάζουν “Στίβεν Σπίλμπεργκ του
κρασιού”». «Έχω απέναντί μου πελάτες/οινοποιούς που μου
ζητούν να φτιάξω κρασιά που να πίνονται – άρα και να
πουλιούνται, ακόμη και σε υψηλή τιμή. Το κρασί είναι
business, όχι μόνο ποίηση. Σκέφτομαι, λοιπόν, τι τύπο
κρασιού να φτιάξω ώστε να εκφράσω τις ανάγκες του
καταναλωτή».
Του ζητώ να μου σχολιάσει τη νέα τάση
των natural wines: «Όλος ο κόσμος αυτήν τη στιγμή
κατευθύνεται σε όσο πιο φυσικές μεθόδους παραγωγής. Πώς
ξεκίνησε αυτό; Τη δεκαετία 1930-40 η Γαλλία δεν είχε
ούτε μία καλή σοδειά κρασιού λόγω ασθενειών των αμπελιών.
Έτσι, τη δεκαετία του ’50 και για ακόμη τριάντα χρόνια,
επειδή ήμασταν παθόντες, καταφύγαμε στην υπερβολική
χρήση φυτοφαρμάκων. Σήμερα έχουμε περάσει στην άλλη άκρη
και μιλάμε για κρασιά φυσικά, βιολογικά, βιοδυναμικά.
Υπάρχουν όμως και πολλοί ψεύτες. Πρέπει να ξέρετε ότι σε
ένα πολύ μεγάλο ποσοστό πρόκειται για marketing. Είναι
πολύ λίγοι εκείνοι που το κάνουν σοβαρά. Ισχύει, πάντως,
ότι στην αμπελοκαλλιέργεια τώρα είμαστε στη φάση που
όλοι προσπαθούν να χρησιμοποιούν τη μικρότερη δυνατή
ποσότητα λιπασμάτων και αυτό με χαροποιεί. Αλλά τα
πραγματικά βιολογικά δεν τα πιστεύω. Πραγματικό
βιολογικό ή βιοδυναμικό αμπέλι ποτέ δεν έβγαλε
εξαιρετικό κρασί. Ποτέ!»
Κρασί και κρίση
Η επόμενη ερώτηση έχει να κάνει με την κρίση. «Τα
τρία χρόνια που έχω να σας δω συμπίπτουν ουσιαστικά με
τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Πώς πιστεύετε ότι έχει
επηρεάσει –κι επηρεάζει– το χώρο του κρασιού»; Μου
εξηγεί ότι ο κόσμος του κρασιού περνάει πραγματικά
δύσκολες ώρες διότι η κρίση είναι παγκόσμια: «Μέχρι
πρότινος, όταν η οικονομία της Ευρώπης πήγαινε άσχημα,
πήγαινε καλά εκείνη της Αμερικής και αντίστροφα. Το
χαρακτηριστικό της κρίσης του 2008 ήταν πως όλος ο
κόσμος βρέθηκε σε δυσχερή οικονομική θέση, εκτός από την
οικονομία της Κίνας. Κι ενώ υπάρχει ζήτηση για κρασιά
ποιότητας, ο κόσμος δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει
πολλά χρήματα. Η παραγωγή αυτών των κρασιών, βέβαια,
κοστίζει πολύ. Έτσι είχαμε σημαντική μείωση στην
κατανάλωση, καθώς το κρασί δεν είναι είδος πρώτης
ανάγκης. Ο κόσμος προτιμάει να βάλει βενζίνη παρά να
πιει ένα μπουκάλι κρασί. Έτσι, τα έτη 2008 και 2009 και
οι πρώτοι μήνες του 2010 ήταν τα χειρότερα που έχει δει
ο κόσμος του κρασιού. Φανταστείτε πως αυτήν τη διετία
ακόμη και οι Ρώσοι –γνωστοί ως πολύ καλοί καταναλωτές
κρασιού– εξαφανίστηκαν. Δυστυχώς αλλά κι ευτυχώς, το
2010 εμφανίστηκε η κινεζική αγορά, που αναμένεται να
βοηθήσει την κατάσταση. Εξακολουθούμε όμως να
βρισκόμαστε σε πολύ δύσκολη περίοδο».
«Θεωρείτε ότι είστε αφοσιωμένος στο
γαλλικό κρασί ή γενικά στην τέχνη του κρασιού;» «Εγώ δεν
είμαι καλλιτέχνης. Η δουλειά μου είναι να συμβουλεύω τον
κόσμο για τα αμπέλια του και τα κρασιά που φτιάχνει. Δεν
μπορώ να ονειροβατώ. Κάνω μια δουλειά. Και ξέρετε στη
δουλειά δεν υπάρχει χώρος για τέχνη. Μπορώ να είμαι και
καλλιτέχνης, αλλά πρέπει να είμαι και ρεαλιστής».
Τον ρωτώ αν γνωρίζει τις ελληνικές
ποικιλίες. «Δεν θα έλεγα ότι τις γνωρίζω, αλλά τις έχω
δοκιμάσει. Μάλιστα έχουμε οινοποιήσει και Αγιωργίτικο με
τον κ. Λαζαρίδη, το οποίο βρήκα ενδιαφέρον, επειδή έχει
ένα δικό του χαρακτήρα. Το μεγάλο πρόβλημα των τοπικών
ποικιλιών είναι πως, ενώ έχουν χαρακτήρα και
προσωπικότητα, δεν πωλούνται στο εξωτερικό. Κι αυτό
γιατί, μέχρι να δημιουργήσουν εφέ στην Αμερική, τη Ρωσία,
την Κίνα, θα έχει περάσει ένας αιώνας. Πιστεύω στα
κρασιά που βασίζονται σε ποικιλίες γνωστές παγκοσμίως.
Είναι αδύνατο να καθιερώσεις μια μικρή τοπική ποικιλία
στο εξωτερικό». «Δηλαδή το διαβατήριο της Ελλάδας είναι
οι διεθνείς ποικιλίες;» ρωτάω με απορία. «Φοβάμαι πως
ναι. Ο κόσμος δεν είναι αρκετά ενημερωμένος και
χρειάζεται τεράστια ποσότητα χρόνου και χρήματος για να
καθιερωθείς με αυτόν τον τρόπο». Στο τέλος μπαίνω στον
πειρασμό να μάθω τι αποτελεί πρόκληση για έναν άνθρωπο ο
οποίος έχει κάνει τόσα στη ζωή του. «Τίποτα. Είναι
σπουδαία πολυτέλεια να φτάνεις σε ένα επίπεδο που
μπορείς να κάνεις ό,τι επιθυμείς». Εκεί σταματήσαμε.
Είχε έρθει η στιγμή να εγκαινιαστεί το Μουσείο Οίνου
Κώστα Λαζαρίδη. Λίγο μετά ο Michel Rolland θα έπαιρνε το
αεροπλάνο για τη Γαλλία. Την επομένη θα ξεκινούσε ακόμη
ένα ταξίδι.
Ντένη Καλλιβωκά / Αθηνόραμα

Προσθήκη:
17/12/2011
Τελευταία
Ανανέωση:
17/12/2011
Για παλαιότερες δημοσιεύσεις κάντε κλικ
εδώ.
|