8.8.2007:
Κρασίον και Oψάριον
Ημέρες θερινής ραστώνης αυτές που διανύουμε. Τα «μπάνια
του λαού» έχουν ήδη αρχίσει και ο μέσος συνέλληνας (αν κρίνω
τουλάχιστον από την ταπεινότητά μου) ελάχιστη σημασία
αποδίδει στα «κοσμητικά» επίθετα που ανταλλάσσουν οι
κοινοβουλευτικοί μας άνδρες, στον «σκοτεινό ρόλο» που
αποδίδουν κάποιοι πολιτικοί στο αντίπαλο κόμμα ή στον
διαγκωνισμό των υποψηφίων για την κατάκτηση κομματικών
οφικίων στο κυβερνών κόμμα.
Ξένα και απόμακρα τα δρώμενα στην πολιτική μας σκηνή για
τον καθημερινό Ρωμιό, που, ιδιαίτερα κατά τη θερινή αυτή
περίοδο, αναδεικνύει ένα χαρακτηριστικό στοιχείο από τη
συλλογική του ταυτότητα που, συνάμα, συνιστά και ένα
τεκμήριο για το αδιάσπαστο της ιστορικής μας συνέχειας: ότι,
δηλαδή, οι Νεοέλληνες εξακολουθούμε να παραμένουμε ένας λαός
κατεξοχήν ιχθυόφιλος. Από την εποχή του Αριστοτέλη, που
εκθειάζει τη νοστιμιά της σαρδέλας του κόλπου της Καλλονής
στη Λέσβο, τους Βυζαντινούς λογίους (όπως π.χ. τον Μιχαήλ
Ψελλό, τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης κ.ά.), που μας μαρτυρούν
τους χίλιους και δυο τρόπους παρασκευής της «θαλασσίας γονής»,
μέχρι σήμερα, όλοι οι κάτοικοι των παραλίων του Αιγαίου και
του Ιονίου εξακολουθούν να διατηρούν το ψάρι σε περίοπτη
θέση στον κατάλογο των γαστριμαργικών τους προτιμήσεων.
Τους λαούς της γηραιάς μας ηπείρου θα μπορούσε κανείς,
σύμφωνα με το κριτήριο της διαίτης τους, να τους ξεχωρίσει
σε δύο κατηγορίες: στην Κεντρική Ευρώπη, κατοικούν λαοί για
τους οποίους το ψάρι δεν αποτελεί διόλου είδος πρώτης
ανάγκης, λαοί στην ουσία ιχθυόφοβοι. Για τον Μεσευρωπαίο,
τον Τσέχο για παράδειγμα, το ψάρι αποτελεί ένα έδεσμα που,
επειδή το θέλει η συνήθεια, θα καταναλώσει μόνο μια φορά το
χρόνο: την παραμονή των Χριστουγέννων. Η λατρεία, αντίθετα,
που τρέφουν οι Ρωμιοί (όπως άλλωστε και οι άλλοι γειτονικοί
μας λαοί στη Μεσόγειο) φτάνει μέχρι το σημείο να έχει
ενσωματωθεί στη γαστρονομική μας κουλτούρα και η κατανάλωση
ψαριών από μακρινές και ξένες θάλασσες. Η καπνιστή ρέγκα από
τις χώρες των Βαραγγών (Βίκινγκς), π.χ., είναι ένα προσφιλές
έδεσμα στο Βυζάντιο, όπως μαρτυρούν οι πηγές, ήδη το
αργότερο από τον 12ο αιώνα, ενώ η κατανάλωση του παστού
μπακαλιάρου από τις παγωμένες θάλασσες του Βορρά αποτελεί
ένα αναπόσπαστο στοιχείο του νεοελληνικού εορτασμού κατά την
ημέρα του Ευαγγελισμού.
Ηδιατροφική μας αυτή ιδιαιτερότητα, η ιχθυοφιλία ως
στοιχείο της συνέχειας του γένους μας, δεν αποτελεί, στις
μέρες μας, παράγοντα που θα απέτρεπε τον ξένο επισκέπτη μας
από το Βορρά, τον Ευρωπαίο τουρίστα, να προσαρμοστεί και
εκείνος, τουλάχιστον όσον καιρό παρεπιδημεί στα παραλιακά
μας θέρετρα, στις γαστριμαργικές μας συνήθειες. Μια
προσαρμογή, ωστόσο, διόλου ευνόητη κατά το πιο μακρινό
παρελθόν. Ιδού πώς διεκτραγωδεί τα πάθη του ένας επισκέπτης
της Βασιλεύουσας κατά το Μεσαίωνα: «...Κοντά στις άλλες
συμφορές που μας περίμεναν, ήταν και το ελληνικό κρασί, που
δεν κατέβαινε καθόλου στο λαρύγγι μας, επειδή ήταν
ανακατωμένο με πίσσα, ρετσίνι και γύψο...»
|
Την τόσο αρνητική αυτή αξιολόγηση για τη ρετσίνα -το
εθνικό μας ποτό από την εποχή του Περικλή- απαθανάτισε η
γραφίδα ενός Δυτικού διπλωμάτη που επισκέφθηκε πριν από
χίλια χρόνια τη Βασιλεύουσα. Ειδικότερα, από τον Ιούνιο
έως τον Οκτώβριο του έτους 968 επισκεπτόταν μια
πολυμελής αποστολή από τη Δύση την Κωνσταντινούπολη,
έχοντας ως επικεφαλής τον συντάκτη της πηγής μας, τον
γερμανογενή επίσκοπο της Κρεμόνης Λιουτπράνδο, κυριότερο
διπλωματικό σύμβουλο του Γερμανού ηγεμόνα Οθωνα Α'.
Η πικρία και η απογοήτευση που
αισθάνθηκε ο Λιουτπράνδρος από την αποτυχία της
αποστολής του (όταν του αρνήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη
το συνοικέσιο για το διάδοχο του ηγεμόνα του με μια
Βυζαντινή πριγκίπισσα) αντικατοπτρίζονται στην αναφορά
που συνέταξε για τον ηγεμόνα του. Πηγή πολύτιμη σήμερα,
διότι μας παραδίδει ένα τεκμήριο ανθρώπινης συμπεριφοράς
με διαχρονική αξία. Ο συντάκτης της αναφοράς
χρησιμοποίησε την κλασική μέθοδο για να επηρεάσει
αρνητικά τον παραλήπτη της: προβάλλοντας έντεχνα τη «διαφορετικότητα»
των Ελλήνων σε συνάρτηση με τα στερεότυπα και τις
προκαταλήψεις που έτρεφε ο Γερμανός αναγνώστης του,
επέτυχε να αμαυρώσει ακόμα περισσότερο στα μάτια του την
εικόνα των Βυζαντινών, που του είχαν αρνηθεί τη χάρη.
Δεν ήταν όμως μόνο το ελληνικό κρασί
που «ξίνιζε» στην αναφορά του μεσαιωνικού Γερμανού
διπλωμάτη, αλλά και τα «αισχρά και απαίσια» γεύματα, «που,
όπως είναι συνήθεια στους μεθυσμένους, κολυμπούσαν μέσα
στο λάδι». Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο ασκητικός
κοσμοκαλόγερος Νικηφόρος Φωκάς, που απέφευγε από
πεποίθηση την κρεοφαγία, παρουσιάζεται στην αναφορά ως
ένας φιλάργυρος, που προτιμά να πουλά το κρέας και να «τρώει
σκόρδα, κρεμμύδια και πράσα και να πίνει, αντί κρασί, τα
αποπλύματα του λουτρού».
Κρασίον και οψάριον: ένα τεκμήριο
αδιάψευστο της πολυθρύλητης «ελληνικής συνέχειας».
Του ΦΑΙΔΩΝΑ ΜΑΛΙΓΚΟΥΔΗ
http://malingoudis.blogspot.com/
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/07/2007

Προσθήκη:
8/8/2007
Τελευταία Ανανέωση:
8/8/2007
Για παλαιότερες δημοσιεύσεις κάντε κλικ
εδώ.
|